Ο ΓΕΡΟ-ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΗΣ | ΜΙΚΡΟ ΠΕΖΟ




 

Κανείς δεν μπορούσε να προσδιορίσει την ηλικία του. Βαθιές ρυτίδες περιχαράκωναν το πρόσωπό του, όμως το χαμόγελό του θόλωνε τους υπολογισμούς όσων στέκονταν μπροστά στον πάγκο του. Ατέλειωτα χρόνια πίσω από αυτό το ξύλο, λες και γεννήθηκε μόνο για να εξυπηρετεί συλλέκτες και νοσταλγούς. Το όνομά του άγνωστο, όπως τα χρόνια και η ζωή του. «Γερο-παλαιοπώλη» τον φώναζαν όλοι. Ακόμη κι εκείνοι που έρχονταν συστημένοι, έτσι τον ζητούσαν.

Ποτέ δεν φάνηκε κανείς άλλος πλάι του: μια γυναίκα, ένα παιδί, ένας άνθρωπος να του φέρει ζεστό φαγητό, να καθίσει πλάι του να πιουν έναν καφέ. Όλοι τον έβλεπαν καθηλωμένο πίσω από τον πάγκο να πουλά, να μονολογεί, να χαζεύει ή να κοιμάται. Μια φορά, ένας περαστικός ζωγράφος τού ζήτησε να τον ζωγραφίσει. Δεν δέχτηκε. «Τι να το κάμεις το αντίγραφό μου, παλικάρι μου;» του αποκρίθηκε, βγάζοντας από ένα σφηνωμένο συρτάρι ένα κουτί λουκούμια για να τον φιλέψει.

Δεν αντιδρούσε σε τίποτα. Ίσως και να μην άκουγε πια, παρά μόνο την ώρα της συναλλαγής. Ή κάποιες στιγμές που «έπιανε» λέξεις στον αέρα και έπλαθε σοφίες, χωμένος ανάμεσα σε κιτρινισμένα βιβλία, σκονισμένα υφάσματα, σπαθιά, γραφομηχανές με διαλυμένα πλήκτρα και θαμπά φωτιστικά.

«Αυτά θα μείνουν. Μόνο αυτά μένουν. Ζωές χάνονται, σπίτια αδειάζουν, φωτογραφίες-στιγμές πετιούνται στα σκουπίδια… μόνο αυτά μένουν». Η φωνή του, ξεχασμένη και ασθενική, δεν έφτασε ως τα αφτιά του ψηλού άνδρα που στεκόταν ώρα μπροστά του.

«Λοιπόν, το θες το μαχαίρι;». Ο γέρος πρόλαβε να δει μια άγκυρα κι ένα οικόσημο στην πλάτη του μαχαιριού, πριν ο άνδρας το τυλίξει ξανά βιαστικά στο μαντίλι του. «Καλό πράμα. Το αγόρασε ο πατέρας μου πριν χρόνια σε κάποιο λιμάνι. Τώρα… έχω ανάγκη».

Ο γέρος τον κοίταξε αδιάφορα. Του έκανε νόημα να φύγει. Ποια τύχη —ίσως και φονικό— κουβαλούσε εκείνο το ατσάλι, δεν ήθελε να το ξέρει. Ο άντρας βρόντηξε την πόρτα πίσω του, αφήνοντας τη σκόνη και την υγρασία του μαγαζιού να στροβιλίζονται στο κενό.

Ύστερα όλα ξανάγιναν όπως πριν. Ο γέρος έμεινε ακίνητος πίσω από τον πάγκο. Άπλωσε το χέρι του, πήρε το κουτί με τα λουκούμια και το έβαλε πάλι στο σφηνωμένο συρτάρι.

«Αυτά θα μείνουν…» μουρμούρισε.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις