Ο ΓΕΡΟ-ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΗΣ | ΜΙΚΡΟ ΠΕΖΟ
Κανείς δεν μπορούσε να προσδιορίσει την ηλικία του. Βαθιές ρυτίδες περιχαράκωναν το πρόσωπό του, όμως το χαμόγελό του θόλωνε τους υπολογισμούς όσων στέκονταν μπροστά στον πάγκο του. Ατέλειωτα χρόνια πίσω από αυτό το ξύλο, λες και γεννήθηκε μόνο για να εξυπηρετεί συλλέκτες και νοσταλγούς. Το όνομά του άγνωστο, όπως τα χρόνια και η ζωή του. «Γερο-παλαιοπώλη» τον φώναζαν όλοι. Ακόμη κι εκείνοι που έρχονταν συστημένοι, έτσι τον ζητούσαν. Ποτέ δεν φάνηκε κανείς άλλος πλάι του: μια γυναίκα, ένα παιδί, ένας άνθρωπος να του φέρει ζεστό φαγητό, να καθίσει πλάι του να πιουν έναν καφέ. Όλοι τον έβλεπαν καθηλωμένο πίσω από τον πάγκο να πουλά, να μονολογεί, να χαζεύει ή να κοιμάται. Μια φορά, ένας περαστικός ζωγράφος τού ζήτησε να τον ζωγραφίσει. Δεν δέχτηκε. «Τι να το κάμεις το αντίγραφό μου, παλικάρι μου;» του αποκρίθηκε, βγάζοντας από ένα σφηνωμένο συρτάρι ένα κουτί λουκούμια για να τον φιλέψει. Δεν αντιδρούσε σε τίποτα. Ίσως και να μην άκουγε πια, παρά μόνο την ώρα της συναλλαγής. Ή κ...


.png)




