Ο ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ ΣΕ ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΠΑΧΤΙΝ | ΔΟΚΙΜΙΟ
Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε το 1910 στο Νίκολσκ Ουσουρίσκι. Ο Μιχαήλ Μπαχτίν γεννήθηκε δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα, το 1895, στο Όρελ (ή Αριόλ). Κι αν τις δυο περιοχές τις χωρίζουν χιλιάδες χιλιόμετρα, το κοινό τους σημείο είναι ότι βρίσκονται και οι δυο σε ρωσικό έδαφος. Και δεν είναι ο μοναδικός συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους δύο άνδρες των γραμμάτων και της διανόησης. Τουλάχιστον στα δικά μου μάτια και στο δικό μου μυαλό. Με αφορμή αυτή την πληροφορία, που συμπτωματικά έφτασε σε εμένα τη στιγμή που μελετούσα ποιήματα του Νίκου Καββαδία (και πιο συγκεκριμένα το ποίημα «Ένα μαχαίρι»), προέκυψε το παρακάτω κείμενο.
Η προσωπική συνάντησή μου με τον
Καββαδία
Χειμώνας του
2012. Άλλο ένα μουντό απόγευμα στο υπόγειο του «Μοσχονά». Χαζεύω τα βιβλία στα
ράφια. Αντιλαμβάνομαι μια παρουσία δίπλα μου, αλλά δεν γυρίζω να κοιτάξω. «Μια
ζωή δεν φτάνει για να τα διαβάσεις όλα», ακούω τη φωνή της ιδιοκτήτριας.
«Γράφεις;». Πάγωσα. «Ναι», τόλμησα να ψιθυρίσω μετά από λίγο. Μέχρι τότε, δεν
το έλεγα ούτε στον εαυτό μου. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή ξεφούρνισα την αλήθεια,
ζεστή ζεστή. Κοίταξε τα χέρια μου. «Εξαιρετικές επιλογές», είπε.
Κρατούσα τη
συλλογή «Ο Οβολός και άλλα διηγήματα»¹ του Παπαδημητρακόπουλου και το
«Μαραμπού» του Νίκου Καββαδία, που είχε επανεκδοθεί πρόσφατα από τις εκδόσεις
Άγρα.
Μέχρι να
φτάσω στο σπίτι, η σκηνή του βιβλιοπωλείου γυρνούσε ξανά και ξανά στο μυαλό
μου. Μετά, βυθίστηκα στις σελίδες. Ήταν η πρώτη μου επαφή με τον λόγο του
Παπαδημητρακόπουλου· όχι όμως και με τον Καββαδία. Πολλά καλοκαίρια πριν,
ανάμεσα στους δίσκους του αδελφού μου, τον είχα εντοπίσει για πρώτη φορά:
έντεκα ποιήματα μελοποιημένα από τον Θάνο Μικρούτσικο, «ντυμένα» με το
εμβληματικό έργο του Αλέκου Φασιανού και κάτω από τον γενικό τίτλο «Σταυρός του
Νότου»². Τέταρτο στη σειρά, το «Ένα Μαχαίρι», με τη φωνή του Παπακωνσταντίνου.
Το άκουσα ξανά και ξανά εκείνο το απόγευμα. Με την ίδια ένταση το διάβασα ξανά
και ξανά εκείνο το μεσημέρι, μετά την επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο.
Ίσως να «συνάντησα»
τον Καββαδία και παλαιότερα, στα χρόνια του Γυμνασίου και του Λυκείου· όμως η
μνήμη έχει μείνει ανέπαφη, αχάραγη από μια τέτοια ανάμνηση.
Μπαχτίν και Καββαδίας: παράλληλοι βίοι
Έκτοτε, ο «ποιητής των θαλασσών» βρέθηκε αρκετές φορές στον δρόμο μου. Γεννημένος στο Νίκολσκ Ουσουρίσκι της Μαντζουρίας και με καταγωγή από την Κεφαλλονιά, ο Καββαδίας σχεδίαζε αρχικά να σπουδάσει Ιατρική. Ωστόσο, τα οικονομικά προβλήματα και ο θάνατος του πατέρα του τον ανάγκασαν να μπαρκάρει το 1929 με το φορτηγό «Άγιος Νικόλαος». Ξεκίνησε ως ναύτης και εξελίχθηκε σε ασυρματιστή, «ο ασυρματιστής της ελληνικής ποίησης», όπως θα αποκαλείται δεκαετίες μετά. Είναι κρίμα που δεν πρόλαβε να γευτεί την πλήρη αποτίμηση και ευρεία πρόσληψη του έργου του, η οποία ήρθε, κυρίως, μετά τον θάνατό του, τον Φεβρουάριο του 1975.
Αν και
άρχισε να δημοσιεύει ήδη από τα γυμνασιακά του χρόνια, η επίσημη εμφάνισή του
στα γράμματα έγινε το 1933 με τη συλλογή «Μαραμπού». Στα 22 ποιήματα της
συλλογής, το καράβι, η ζωή σε αυτό και η θάλασσα έγιναν η έμπνευσή του, η ύλη
του. Πρωταγωνιστές του, οι άνθρωποι του μόχθου στα λιμάνια, οι ναύτες, η
μοναξιά τους και οι υπαρξιακές τους αναζητήσεις. Η ιδιότυπη γλώσσα, ο ωμός
ρεαλισμός και η έντονη αφηγηματικότητα αποτελούν ορισμένα από τα βασικά
χαρακτηριστικά της γραφής του. Τα πολυάριθμα πρόσωπα και οι διαφορετικές
«φωνές» που εντοπίζονται στο ποίημα «Ένα μαχαίρι» με οδήγησαν με σιγουριά στην
πόρτα του Μιχαήλ Μπαχτίν, στη σκέψη του οποίου συμπυκνώνεται η έννοια της
διαλογικότητας.
Ο Μπαχτίν
υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Ρώσους διανοητές και θεωρητικούς του 20ού
αιώνα. Πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στην αφάνεια και την εξορία
(1930–1950). Το 1960 τον «ανακάλυψαν» ξανά τρεις φοιτητές από τη Μόσχα, ενώ
τρία χρόνια αργότερα (1963), η επανέκδοση του κομβικού του έργου «Ζητήματα της
ποιητικής του Ντοστογιέφσκι»³ τον έφερε ξανά στο φως. Πέθανε το 1975 στη Μόσχα,
έχοντας προλάβει, σε αντίθεση με τον Καββαδία, να δει την παγκόσμια καταξίωσή
του.
Για τον
Μπαχτίν, η γλώσσα δεν είναι ένα στατικό, αφηρημένο σύστημα γραμματικών κανόνων,
όπως την αντιλαμβάνονταν ο γαλλικός στρουκτουραλισμός και ο ρωσικός
φορμαλισμός, αλλά μια ζωντανή, κοινωνική πρακτική. Κάθε λεκτική εκφώνηση
εμπεριέχει το στοιχείο της απευθυντικότητας και της ανταποκριτικότητας:
στρέφεται προς τον «Άλλον», διαλέγεται με προηγούμενες σημασιοδοτήσεις και
παραμένει ανοικτή σε νέες ερμηνείες. Αυτή η διαλογική φύση του λόγου βρήκε την
αισθητική της κορύφωση στο μυθιστόρημα.
Αναλύοντας
το έργο του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, ο Μπαχτίν εισήγαγε τον όρο πολυφωνία. Στο
πολυφωνικό μυθιστόρημα, ο συγγραφέας δεν επιβάλλει μια μονολογική, αυταρχική οπτική,
αλλά επιτρέπει στους ήρωες να λειτουργούν ως αυτόνομες υποκειμενικότητες. Οι
φωνές τους συνηχούν ισότιμα, φέροντας διαφορετικούς ιδεολογικούς κόσμους σε
δραματική αντιπαράθεση. Παράλληλα, μελετώντας τον Φρανσουά Ραμπελαί, ο Μπαχτίν
στράφηκε στις ανθρωπολογικές ρίζες της λογοτεχνίας, αναδεικνύοντας τη σημασία
του λαϊκού πολιτισμού. Μέσα από τις έννοιες του καρναβαλικού στοιχείου και του
γκροτέσκου ρεαλισμού, περιέγραψε τη λαϊκή γιορτή ως μια απελευθερωτική συνθήκη,
όπου ανατρέπονται οι ιεραρχίες, περιγελάται η δογματική αυθεντία και δοξάζεται
η υλική, σωματική αρχή της ζωής. Σε αντίθεση με τη μονοφωνική περιχαράκωση, η
ετερογλωσσία και το λαϊκό γέλιο αποτελούν για τον Μπαχτίν θεμελιώδη όργανα
πνευματικής και κοινωνικής ελευθερίας. Το έργο του παραμένει μια διαρκής
υπόμνηση ότι το νόημα συγκροτείται πάντοτε στη συνάντηση με τον «Άλλον».
Η «συνάντηση» τους στο «Ένα μαχαίρι»
«Απάνω μου
έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο // ένα μικρό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι…»,
ξεκινά το ποίημα, με μια μονοφωνική, ρεαλιστική δήλωση. Σύντομα, όμως, το
σκηνικό μεταβάλλεται με την εισαγωγή του παλαιοπώλη. Η «βραχνή» φωνή του
λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, εξιστορώντας μια σειρά
από φόνους: του Δον Μπαζίλιο, του Κόντε Αντόνιο, του «Αράπη» και ενός Ιταλού
ναύτη. Σύμφωνα με τον Μπαχτίν, εδώ έχουμε ένα δείγμα πολυφωνίας και
ετερογλωσσίας. Ο Καββαδίας είναι ο κατ’ εξοχήν ποιητής αυτών των
χαρακτηριστικών. Συχνά εμφανίζονται στα ποιήματά του πολλοί χαρακτήρες, μέρη
και λέξεις από διάφορα «γλωσσικά σύμπαντα». Έτσι και εδώ. Το μαχαίρι δεν είναι
ένα άψυχο αντικείμενο, αλλά ένας φορέας που «κουβαλά» ετερόκλητες φωνές και
διαφορετικά κοινωνικά στρώματα (από την αριστοκρατία έως το περιθώριο). Μιλάει
για φόνους, ταξίδια και έρωτες. Και όλα αλληλεπιδρούν ισότιμα μέσα στο ποίημα.
Για τον
Μπαχτίν, η γλώσσα δεν είναι «νεκρή» ούτε αφηρημένη. Με τη χρήση της, το ίδιο
αποδεικνύει και ο Καββαδίας. Αρκεί να σκεφτούμε τον παλαιοπώλη, τους
δολοφόνους, τα θύματα, πώς αποκτούν σώμα, υλική υπόσταση μέσω του μαχαιριού.
Παράλληλα,
στη δεύτερη στροφή, η αισθητική του γκροτέσκου αναδύεται μέσα από την αναφορά
σε «… μιαν παλιάν ελαιογραφία του Γκόγια», ενώ το καρναβαλικό στοιχείο
αποκαλύπτεται στον διάκοσμο του παλαιοπωλείου: «… ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά
και σε στολές σχισμένες…».
Τέλος,
καθοριστική είναι η έννοια του χρονότοπου, μέσω του οποίου το αφηρημένο νόημα
γίνεται συγκεκριμένη εικόνα. Το Αλγέρι, το παλαιοπωλείο, η «συνάντηση» τόσο
διαφορετικών ανθρώπων (κοινωνικές τάξεις) και τα σύμβολα του μαχαιριού (άγκυρα,
οικόσημο) συνθέτουν έναν πολυδιάστατο χρονότοπο, όπου η θάλασσα και το ταξίδι
διασταυρώνονται με την ιστορία και τον θρύλο. Στην κατακλείδα του ποιήματος, η
διαλογικότητα φτάνει στην κορύφωσή της: ο αφηγητής «συνομιλεί» με τους
προκατόχους του μαχαιριού. Όπως θα υπογράμμιζε ο Μπαχτίν, η συνείδηση του «Εγώ»
διαμορφώνεται πάντα σε σχέση με τον «Άλλον», και το αποτέλεσμα βρίσκεται στον
τελευταίο στίχο: «… φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου…».
Από όλα τα παραπάνω, μπορούμε, νομίζω, να συμπεράνουμε ότι ο Μιχαήλ Μπαχτίν και ο Νίκος Καββαδίας, ο πρώτος μέσα από τη σκέψη, τις απόψεις, τη θεωρία του για τη γλώσσα και τη λογοτεχνία και ο δεύτερος μέσα από την ποιητική του πράξη, συναντώνται σε μια ουσιαστική συνομιλία. Η ποίηση του Καββαδία, με την πολυφωνία των φωνών, τη συνύπαρξη διαφορετικών γλωσσικών ιδιωμάτων και την παρουσία του «Άλλου», προσφέρεται ιδιαίτερα για μια μπαχτινική ανάγνωση.
Αναφορές
¹Παπαδημητρακόπουλος, Η. (2004). Ο Οβολός και άλλα διηγήματα. Αθήνα: Νεφέλη.
²Μικρούτσικος,
Θ. (1979). Ο Σταυρός του Νότου [Δίσκος]. Αθήνα: LYRA.
³Ελληνική
έκδοση: Bakhtin, M. (2008). Ζητήματα της ποιητικής του Ντοστογιέφσκι.
Μετάφραση: Α. Ιωαννίδου. Αθήνα: Πόλις
Βιβλιογραφία
Καββαδίας, Ν. (1986). Μαραμπού.
Αθήνα: Κέδρος. (Πρώτη έκδοση: 1933).
Τερζάκης, Φ. (2007). Τροχιές
του Αισθητικού: Η Ιστορική Σύσταση μιας Αισθητικής Φιλοσοφίας και ο
Ανθρωπολογικός της Ορίζοντας. Αθήνα: Futura, σσ. 353-388.
Ιωσηφίδης, Β. "Νίκος
Καββαδίας: Ένα μαχαίρι, η ερμηνεία του ποιήματος". Thessaloniki Arts and Culture. Διαθέσιμο στο: https://www.thessalonikiartsandculture.gr/epilegmena-arthra/nikos-kavvadias-ena-machairi-i-ermineia-toy-poiimatos/



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου